ἀντιστάσιμος Save ἀντιστάσιμος, sloping LSJ DGE ἀντιστᾰσ-ιμος, ον, sloping, Anon.Alch. p.26 B. ἀντιστάσιμος -ον inclinado κοίλας ἀντιστασίμους Anon.Alch.26.17.