ἀντιστάσιος
ἀντιστάσιος, of equal weight
ἀντιστᾰσ-ιος, ον,
- of equal weight: metaph., λόγοι Max.Tyr. 4.1; τὸ ἀ. Id. 39.1.
fig. equivalente
φιλοσοφία ... ἐμπίπλαται λόγων ἀντιστασίων καὶ ἰσορρόπων
•
τὸ ἀ.
ἀντιστάσιος, ος, ον [τᾰ] qui fait contrepoids, M. Tyr. 10, 31.
Étym. ἀνθίστημι.
ἀντιστάσιος, = ἀντίσταθμος, l.d. Max.Tyr. 4.1.