ἀνύδατος
ἀνύδατος, without water
ἀνύδᾰτος [ῡ], ον,
- without water, Man. 1.144.
ἀν·ύδατος, ος, ον [ῡᾰ] sans eau, Man. 1, 144.
Étym. ἀν-, ὕδωρ.
ἀνύδατος, (ὕδωρ), wasserlos, Maneth. 1.144.
ἀνύδατος, without water