ἀνύλακτος Save ἀνύλακτος, without barking LSJ DGE ἀνύλακτος [ῠ], ον, without barking, Suid. s.v. μαιουμᾶς. ἀνύλακτος -ον que no ladra Sud.s.u. μαιουμᾶς.