ἀξιοπραγία
conducta digna
ἐγκατεσπάρθω παρ' ὅλον τὸν βίον ἀξιοπραγία
ἀξιο·πραγία, ας (ἡ) [ᾱγ] conduite digne ou loyale, Clém. 226, 17.
Étym. ἄ. πράσσω.
ἀξιοπραγία, [πρᾱ], ἡ, würdiges Tun, Clem.Al.
conducta digna
ἐγκατεσπάρθω παρ' ὅλον τὸν βίον ἀξιοπραγία