ἀξιοπιστοσύνη
ἀξιο-πιστοσύνη, ἡ,
- = -πιστία, Man. 4.505.
hecho de ser digno de confianza, honorabilidad
γυναῖκες ... ἀξιοπιστοσύνῃ μεμελημέναι
ἀξιοπιστοσύνη, ης (ἡ) c. ἀξιοπιστία, Man. 4, 105.
ἀξιοπιστοσύνη, ἡ, Glaubwürdigkeit, Maneth. 4.505.