ἀξιόπιστος
ἀξιόπιστος, trustworthy
- trustworthy, Pl. Alc. 1.123b; ἀ. ἂν εἰκότως φαίνοιτο D. 1.3; κτησίας οὐκ ὢν ἀ. Arist. HA 606a8, al.; ἀ. εἴς τι X. Mem. 1.5.2; ναύλοχα ἀ. πρὸς τοσαύτην ναυτιλίαν sufficient for . ., Plu. Caes. 58: Comp., Phld. Mus. p.77 K.
- 2 of evidence, trustworthy, Arist. GA 741a37. Adv. -τως, ἀ. συνῶπται 741a34.
- 3 in bad sense, plausible, in Adv. -τως Timae. 70, Gal. 17(2).139.
I
1 de pers. digno de crédito o de confianza
ἀνήρ
ἄνθρωπος ... ἀξιόπιστος δ' ἂν εἰκότως φαίνοιτο
Κτησίας οὐκ ὢν ἀ.
ὅταν οὕτω λεχθῇ ὁ λόγος ὥστε ἀξιόπιστον ποιῆσαι τὸν λέγοντα
cuando el lenguaje es usado de tal forma que hace digno de fe al que hablaφύλακες
μάρτυρες
φιλόσοφος
ἀ. εἰς ταῦτα
• de cosas y abstr. digno de crédito, seguro
ἦθος
πεῖρα
ναύλοχα πρὸς τοσαύτην ἀξιόπιστα ναυτιλίαν
πράγματα
κατηγορία
ὁ πρόσωπος
• leal, benevolente
ἀξιοπιστότερά ἐστιν τραύματα φίλου ἢ ἑκούσια φιλήματα ἐχθροῦ
• subst. τὸ ἀ. credibilidad
τὸ τῆς ἐπαγγελίας αὐτῶν ἀξιόπιστον
2 capaz de creer
ἵνα ... ἀξιοπίστους αὐτοὺς ἐργάσηται
II subst. ἀξιόπιστον, τό autoridad, prestigio
τὸ γεραιὸν τῆς ἡλικίας καὶ ἀξιόπιστον οὐκ ἐπικαλυπτέον
III adv. -ως
1 de forma digna de crédito
ἀ. συνῶπται
2 verosímilmente
ταῦτα λέγειν
κελεύειν ἀ.
τὰ αὐτῶν ... δοκεῖν εἶναι ἀληθῆ ἀ.
• Adv. -πίστως , Cic. Att. 13.37.
- trustworthy, Plat., Dem.; εἴς τι in a thing, Xen.