ἀοιδοσύνη Save DGE Bailly 2024 Pape ἀοιδοσύνη -ης, ἡ arte de cantar καί τις ἀοιδοσύνης ἴδρις Gr.Naz.M.37.1433A. ἀοιδοσύνη, ης (ἡ) [ᾰῠ] chant, Naz. Carm. 26, 8. Étym. ἀοιδός. ἀοιδοσύνη, ἡ, p. = ἀοιδή ?