ἄοιμος
ἄοιμος, ον,
- = ἄρρητος, acc. to Hsch.; but also ἄοιμος· ἄπορος ἢ ἀληθὴς ἢ ἀπρόστυχος, Id.
ἄπορος, ἢ ἀληθὴς ἢ ἀπρόστυχος
ἄοιμος, ohne Weg ; nach Hesych. = ἀπόρρητος, von οἴμη.