ἀπακονάω
ἀπακονάω, sharpen
ἀπᾰκονάω,
- sharpen, τὴν γλῶτταν καθάπερ μάχαιραν Porph. Chr. 31:—Pass., to be sharpened to a point, ἄκραι εἰς λεπτὸν ἀπηκονημέναι J. AJ 6.6.2.
afilar, aguzar
ἄκραι ... ἀπηκονημέναι
• fig.
τὴν γλῶτταν καθάπερ μάχαιραν
ἀπ·ακονάω-ῶ (part. pf. pass. ἀπηκονημένος) [ᾰκ] aiguiser, Jos. A.J. 6, 6.