ἀπαντλητέον
ἀπαντλητέον, one must draw off
ἀπαντλ-ητέον,
- one must draw off, as water, Gp. 6.18.
hay que eliminar
τὰ δὲ ἀνωτέρω τοῦ γλεύκους ἀ.
ἀπαντλητέον, vb. d’ἀπαντλέω, Geop. 6, 18.