ἄπαξις Save ἄπαξις, arrest LSJ DGE ἄπαξις, εως, ἡ, = ἀπαγωγή, arrest, POxy. 33 iii 15 (ii A.D.). ἄπαξις -εως, ἡ arresto τοῦ Ἀλεξανδρέως A.Al.11B.3.15.