ἀπαράγραπτος
irreprochable subst.
τὸ ... τῆς θεοειδοῦς ἀρετῆς ἀπαράγραπτον
ἀ·παράγραπτος, ος, ον, qu’on ne peut rayer ou écarter (loi) Rhét. 7, 212 W.
Étym. ἀ, παραγράφω.
irreprochable subst.
τὸ ... τῆς θεοειδοῦς ἀρετῆς ἀπαράγραπτον