ἀπαστία
ἀπαστία, an abstaining from food, a fast
ἀπαστ-ία, ἡ,
- abstaining from food, fast, ἀ. ἄγειν Ar. Nu. 621.
ayuno
ἀ. ἄγειν
περὶ ... ἀ. καὶ χαμευνίας καὶ τῆς ἐκ τριχῶν ἀμπεχόνης περιττόν ἐστι λέγειν
ἀπαστία, ας (ἡ) jeûne, Ar. Nub. 621.
Étym. ἄπαστος.
ἀπαστία, ἡ, Nüchternheit, ἀπαστίαν ἄγειν, fasten, Ar. Nub. 611.
ἀπαστία
from ἄπαστος
- an abstaining from food, a fast, Ar.