ἀπερίσκοπος Save LSJ DGE Pape ἀπερί-σκοπος, ον, = foreg., Suid. s.v. ἀπερίγραπτοι. ἀπερίσκοπος -ον inabarcable Sud.s.u. ἀπερίγραπτον. ἀπερίσκοπος, = ἀπερίσκεπτος, B.A. für ἀπερίγραπτος.