ἀπερίττωτος
ἀπερίττωτος, without περισσώματα (remainders)
ἀπερίττωτος, ον,
- without περιττώματα, φύσις, τροφή, Thphr. CP 6.10.3, 17.9.
que no produce excremento
τὸ φυτόν
τροφή
ἀ·περίττωτος, ος, ον, sans sécrétion, Th. C.P. 6, 10, 3.
Étym. ἀ, περιττόω ; cf. περίττωμα.
ἀπερίττωτος, ohne Ueberfluß an Säften, Ggstz von περιττωματικός, Theophr.