About Report a problem

Menu

ἀπερίττωτος

ἀπερίττωτος, without περισσώματα (remainders)

ἀπερίττωτος, ον,
  • without περιττώματα, φύσις, τροφή, Thphr. CP 6.10.3, 17.9.

Saved

Recent