ἀπερίσσευτος
ἀπερίσσευτος,
- = ἀπέριττος, Phint. ap. Stob. 4.23.61a.
simple
δεῖ λευχείμονα ἦμεν ... καὶ ἀπερίσσευτον
ἀ·περίσσευτος, ος, ον, sans superflu, simple, Phintys (Stob. Fl. 44, 53).
Étym. ἀ, περισσεύω.