ἀποβουκολίζω
ἀποβουκολ-ίζω,
- = ἀποβουκολέω 3, Chor. in Rh.Mus. 49.522.
perder
ἀποβουκολίσασαι τὸν βίον ἐλπίδες
ἀποβουκολίζω, = ἀποβουκολέω, Sp.
perder
ἀποβουκολίσασαι τὸν βίον ἐλπίδες