ἀποβλητέος
ἀποβλητέος, to be thrown away, rejected
ἀπο-βλητέος, α, ον,
- to be thrown away, rejected, Pl. R. 387b, Luc. Herm. 18.
- II ἀποβλητέον one must reject, A.D. Conj. 226.10.
1 rechazable
ὀνόματα ... τὰ δεινὰ καὶ φοβερὰ ἀποβλητέα
ὃς δ' ἂν ... μηδὲ σκυθρωπὸς ἡ ... ἀποβλητέος;
2 ἀποβλητέον hay que rechazar una palabra, A.D.Coni.226.10,
οὐδὲ ἐκεῖνον ἀ. τὸν λόγον, ὅς ... φησι
ἀποβλητέος, α, ον, vb. d’ἀποβάλλω, Plat. Rsp. 378b ; Luc. Herm. 18.
ἀποβλητέος
verb. adj. of ἀποβάλλω.
- to be thrown away, rejected, Plat.