ἀποβλυστάνω Save LSJ DGE ἀπο-βλυστάνω, = foreg. [ἀποβλύζω], πηγαὶ ἀ. ὕδωρ Procop. Aed. 1.11. ἀποβλυστάνω manar αἱ πηγαὶ τὸ ὕδωρ ἀποβλυστάνουσαι Procop.Aed.1.11.11.