ἀποβρέχω
ἀποβρέχω, steep well, soak
- steep well, soak, Thphr. CP 2.5.5, IG 4.955.9 (Epid.): metaph., τὴν γλῶσσαν εἰς νοῦν ἀ. Zeno Stoic. 1.67, cf. Suid. s.v. Ἀριστοτέλης:—Pass., aor. part. -βρεχθείς Thphr. HP 5.9.5; -βραχείς Dsc. 1.110: metaph., ὡς τὰ ἄχη τῆς ψυχῆς ἀποβρέχοιτο Philostr. VA 7.22.
sumergir en agua, empapar ref. a plantas
ἀποβρεχθέντα ἐν ὕδατι ἐπιρρύτῳ
ὅταν ὕσῃ τούτοις ἀποβρέχειν
• esp. mantener en agua, macerar
εἰς ὕδωρ ἀποβρέξαι
κάλυμμα καρπείου
τροφήν
τὸ ἄλφιτον τὸ καπυρόν
ἀποβραχεὶς δὲ ἐν ὀμβρίῳ ὕδατι ... ὠφελεῖ πινόμενος
λάδανον ἀποβρέχω<ν> νέῳ οἴνῳ
macerando la resina en vino nuevoτὴν γλῶσσαν ... εἰς νοῦν ἀποβρέξας
τὸν κάλαμον ἀποβρέχων εἰς νοῦν
• en v. pas. sofocar, ahogar
ὡς τὰ ἄχη τῆς ψυχῆς ἀποβρέχοιτο