ἀπόβρεγμα
ἀπόβρεγμα, infusion
ἀπό-βρεγμα, ατος, τό,
- infusion, Agatharch. 61, Str. 16.4.17, Dsc. 4.81, Aret. CA 1.1, Plu. QConv. 2.614b.
infusión, cocimiento de hierbas
ἀσταφίδος ἀπόβρεγμα
παλιούρου
ῥοδοδένδρων
ἀνδράχνης
ἀψινθίου
περιστερεώνων
λέγεται δὲ ῥαινόμενόν τε συμποσίοις τὸ ἀπόβρεγμα εὐδιαγωγοτέρους ποιεῖν
ἀπόβρεγμα, ατος (τὸ) infusion, Str. 776 ; Plut. M. 614b, etc.
Étym. ἀποβρέχω.
ἀπόβρεγμα, τό, Aufguß, Abguß, Diosc.; τινός Plut. Symp. 1.1.4.