ἀποβλητικός
ἀποβλητικός, apt to throw off
ἀπο-βλητικός, ή, όν,
- apt to throw off, καρπῶν Thphr. CP 2.9.3.
1 caduco, que cae facilmente
2 gram. sent. act. sustitutivo
τὸ ᾱ ἀποβλητικόν ἐστι τοῦ ν̅, οἷον Ξέρξην Ξέρξεα
ἀποβλητικός, ή, όν, sujet à perdre, Th. C.P. 2, 9, 3.
ἀποβλητικός, zum Wegwerfen, Verlieren.