ἀποδιάθεσις Save DGE Bailly 2024 ἀποδιάθεσις -εως, ἡ separación, aversión ἡ πρὸς τὴν ὑλικὴν περιουσίαν ἀ. Gr.Nyss.M.46.164C. ἀπο·διάθεσις, εως (ἡ) dédain, dégoût, Nyss. 3, 319b. Étym. ἀπό, διατίθημι.