ἀποδήμησις
ἀποδήμ-ησις, εως, ἡ,
- = ἀποδημία, Alciphr. 1.29, CIG 1813b8 (Nicopolis, dub.).
ausencia en el extranjero, viaje
τὴν ἀποδήμησιν πεποιῆσθαι
ἀποδήμησις, εως (ἡ) c. ἀποδημία, Alciphr. 1, 29, 4.
Étym. ἀποδημέω.