ἀποδιαγράφω
ἀποδιαγράφω, order payment to be made
ἀποδιαγράφω [ρᾰ],
- order payment to be made, SIG 976.30 (Samos, ii B. C.), PTheb.Bank 12.7 (ii B. C.).
pagar
ἀ. παραχρῆμα τῷ κεχειροτονημένῳ σιτώνῃ
• c. ac.
ἀ. τὸ συναχθησόμενον ναῦλον ἐπὶ τὴν βασιλικὴν τράπεζαν