ἀποδεσμέω
ἀποδεσμ-έω, = foreg., Pherecyd. 119J., Tim.Gaz. ap. Ar.Byz. Epit. 143.14, Olymp. in Mete. 96.7.
atar fuertemente
δεσμοῖς καρτεροῖς ἀ. τὸν Θάνατον
τὴν ἄνω γένυν
ἀποδεσμέω-ῶ, c. le préc. Apd. pol. 45.
Étym. ἀπόδεσμος.
ἀποδεσμέω, = ἀποδεσμεύω ?