ἀποεργάθω
ἀπο-εργάθω, v. ἀπείργαθον.
ἀπο·εργάθω (impf. 3 sg. ἀποέργαθεν) [γᾰ] tenir écarté, Il. 21, 599 ; Od. 21, 221.
Étym. cf. le suiv.
ἀποεργάθω, (vgl. ἀπείργω), trennen, entfernen, Πηλείωνα – λαοῦ Il. 21.599 ; ῥάκεα οὐλῆς Od. 21.921.
ἀποεργάθω (ἀποϝ.), ipf. ἀποέργαθε (ἀπεέρ.): keep away from, remove from, Il. 21.599, Od. 21.221.