ἀποζωγραφέω
ἀποζωγραφέω, portray
ἀποζωγρᾰφέω,
- portray, τἀναντία φαντάσματα Pl. Ti. 71c.
dar forma, presentar
τἀναντία φαντάσματα
• describir
μοι ... τοιοῦτον αὐτόν
ἀπο·ζωγραφέω-ῶ [ᾰφ] dépeindre, peindre, Plat. Tim. 71c.
ἀποζωγραφέω, abmalen, Plat. Tim. 71c.