ἀπόζεσμα Save LSJ DGE Pape ἀπό-ζεσμα, ατος, τό, = ἀπόζεμα, PHolm. 15.40, al. ἀπόζεσμα -ματος, τό cocción, PHolm.96. ἀπόζεσμα, τό, = ἀπόζεμα ?