ἀπόζεμα
ἀπόζεμα, decoction
ἀπό-ζεμα, ατος, τό, (ἀποζέω)
- decoction, Gp. 13.12.2, Apollon. ap. Philum. Ven. 33.5.
cocción
ἀνδράχνης
τῶν φύλλων
φύλλων ἀκτῆς
ἀπόζεμα, ατος (τὸ) décoction, Geop. 13, 12, 3.
Étym. ἀποζέω.
ἀπόζεμα, τό, Abkochung, Decoct, Hippocr.