ἀποθρασύνομαι
ἀποθρασύνομαι, to be very bold, dare all things
ἀποθρᾰσύνομαι,
- to be very courageous, dare all things, D. 61.20:— later ἀπο-θαρρύνομαι, Diog. Ep. 32.3.
1 actuar con valentía
τοῖς δ' ἀποθρασύνεσθαι βουλομένοις
• c. compl. dir. atreverse
ὁ ταῦτα ... εἰπεῖν
2 hablar con audacia, con insolencia
κἂν ὁπόσα γε λέγῃς πρὸς ἡμᾶς ἀποθαρρυνόμενος
ὥρα ... αὐτοὺς ἀποθρασύνεσθαι καὶ λέγειν
πρὸς δὲ κηδεστὰς ἀποθρασύνεσθαι
πρὸς τὸν εὐσεβῇ λόγον
τὴν ... οἴησιν πρὸς τοὺς οὐρανίους ἀποθρασυνομένην θεούς
τι κατὰ τῆς δόξης τοῦ Πνεύματος
3 hacer hablar con audacia, con insolencia (Cristo)
τοὺς ἀνόμους Γραμματεῖς
ἀπο·θρασύνομαι (ao. ἀπεθρασυνάμην) [ᾰσ] s’enhardir ou être hardi, résolu, Dém. 1407, 14 ; DC. 72, 11.
ἀποθρασύνομαι, mutig, keck handeln, Dem. 61.20 ; πρός τινα Plut. discr. ad. at am. 34.
ἀποθρασύνομαι
- Mid. to be very bold, dare all things, Dem.