ἀπόθριξ
ἀπόθριξ, τρῐχος, ὁ, ἡ,
- = ἄθριξ, Call. Fr. 341; = ἄνηβος, Poll. 2.22.
adj. de pelo corto, impúber Call.Fr.543, cf. Poll.2.22, Hsch.
ἀπόθριξ, τριχος, = ἄθριξ, Callim. frg. 341 ; ἀπότριχες οἱ ἄνηβοι Poll. 2.22.