ἀποθρίζω
ἀποθρίζω, v. ἀποθερίζω.
1 cortar
τρίχας
τὰ γονῆος ἀπέθρισε
de Cronosἀλλὰ ὠθεῖται τὴν ὁρμιὰν ἀποθρίσαι διψῶν
λόγχην, ἧς ἀπέθρισε χρόνος ἀκμήν
οὐ γὰρ ἔγωγε τὴν Φιλομηλείην γλῶσσαν ἀπεθρισάμην
σὴν κεφαλήν
τι ... τῶνδε (de frutos)
• en v. med. ἀποθρίξασθαι de los monjes tonsurarse Procop.Arc.1.37, 3.29, Pers.2.30.53.
2 matar, destrozar
μνηστῆρας
δράκοντας ... ἀπέθρισε ... θύρσῳ
3 fig. romper
ἶνας ... μεδέων
ἀπο·θρίζω (ao. ἀπέθρισα [ῐ]) couper les cheveux, d’où couper, Eur. Or. 128, etc. ; Anth. 7, 204 ; El. N.A. 2, 10 ||
Moy. (ao. ἀπεθρισάμην) se couper les cheveux, se faire tondre, Anth. 5, 237.
Étym. ἀπό, θρίξ ; cf. le suiv. ; sel. d’autres, forme sync. de ἀποθερίζω, v. ce mot.
ἀποθρίζω, = ἀποθερίζω, poet. κόμας Eur. Hel. 1204 ; τρίχας Or. 128, u. öfter ; Anth. κεφαλήν Agath. 85 (VII.204). – Med., Agath. 12 (V.237). – Auch Ael. H.A. 2.10.