ἀποθησαυρισμός
ἀποθησαυρισμός, laying by, storing up
ἀποθησαυρ-ισμός, ὁ,
- laying by, storing up, D.S. 3.29.
atesoramiento, almacenamiento
• fig.
ὁ πνευματικὸς θερισμὸς ... τὸν ἀποθησαυρισμὸν ἐν οὐρανοῖς ἔχει
ἀποθησαυρισμός, οῦ (ὁ) action de mettre en réserve, DS. 3, 70.
Étym. ἀποθησαυρίζω.
ἀποθησαυρισμός, ὁ, das Aufbewahren, DS