ἀπολαμβάνω
ἀπολαμβάνω, ἀπολαμβάνω, take (verb)
- take or receive from another, correlat. to ἀποδιδόναι, Pl. R. 332b; οὐδὲν ἀπολαβοῦσα τοῦ βίου χρηστόν (v.l. ἀπολαύουσα) Plu. Mul.virt. 2.258b.
- 2 receive what is oneʼs due, μισθόν Hdt. 8.137; ἀ. τὸν ὀφειλόμενον μισθόν X. An. 7.7.14; τὴν σὴν ξυνάορον E. Or. 654; τὰ χρήματα Ar. Nu. 1274; τὰ παρὰ τοῦ πατρός Antiph. 196; ἀ. χρέα have them paid, And. 3.15; ὑπόσχεσιν παρά τινος ἀ. X. Smp. 3.3; τὰ δίκαια Aeschin. 1.196: opp. λαμβάνω, Epist. Phil. ap. D. 12.14, cf. D. 7.5; ἀ. ὅρκους accept them when tendered, Id. 5.9, 18.27.
- 3 take of, take a part of a thing, Th. 6.87, Pl. Hp.Mi. 369b; ἀ. μέρος τι Id. R. 392e, cf. Arist. Po. 1459a35: abs. in aor. part., ἀπολαβὼν σκόπει consider it separately, Pl. Grg. 495e, cf. R. 420c.
- 4 take away, Plb. 21.43.8, 17; take off, τὸ βάρος Arist. IA 711a24.
- 5 hear, learn, Pl. R. 614a.
- II regain, recover, τὴν τυραννίδα, τὴν πόλιν, Hdt. 1.61, 2.119, 3.146, al.; τι παρά τινος Th. 5.30; τὴν ἡλεμονίαν Isoc. 4.21; τὴν αὐτὴν εὐεργεσίαν 14.57: metaph., ἀ. ἑαυτόν recover oneself, Porph. Sent. 40, al.
- 2 have rendered to one, λόγον ἀ. demand an account, Aeschin. 3.27,168.
- III take apart or aside, of persons, ἀ. τινὰ μοῦνον Hdt. 1.209; αὐτὸν μόνον Ar. Ra. 78, cf. LXX 2 Ma. 6.21; of things, μὴ μόνος τὸ χρηστὸν ἀπολαβὼν ἔχε E. Or. 451:—Med., ἀπολαβόμενος taking him aside, Ev.Marc. 7.33:—Pass., οἱ ἀπειλημμένοι those set apart, recluses, UPZ 60.10 (ii B.C.).
- IV cut off, intercept, λέγων ὡς ἀπολάμψοιτο συχνούς Hdt. 9.38; ἀ. τείχει wall off, Th. 4.102; ἰσθμούς Id. 1.7, cf. 4.113; ἀ. εἴσω shut up inside, Id. 1.134; of contrary winds, ὅταν τύχωσιν οἱ ἄνεμοι ἀπολαβόντες αὐτούς Pl. Phd. 58c; κἂν ἄνεμοι τὴν ναῦν ἀπολάβωσιν Philostr. Her. 14; τὴν ἀναπνοὴν ἀ. τινός stop his breath, choke him, Plu. Rom. 27; τὸν ἀντίπαλον ἐς πνῖγμα Philostr. Im. 1.6; ἀ. τῶν σιτίων spoil the appetite, Hp. Prorrh. 2.22:—freq. in Pass., ὑπʼ ἀνέμων ἀπολαμφθέντες arrested or stopped by contrary winds, Hdt. 2.115, 9.114; ὑπὸ ἀπλοίας Th. 6.22; νόσῳ καὶ χειμῶνι καὶ πολέμοις ἀποληφθείς D. 8.35; ἐν ὀλίγῳ ἀπολαμφθέντες Hdt. 8.11; ἀπολαμφθέντες πάντοθεν Id. 5.101; ἐν τῇ νήσῳ Id. 8.70, 76; ἐν τῆ Εὐρώπη ib. 97, 108; ἐν τοῖς ἰδίοις λόγοις ἀ. to be entangled in . ., Pl. Euthd. 305d; ἐν τούτῳ τῷ κακῷ Id. Grg. 522a; ἐς στενόν Philostr. VS 1.19.1; of an afflux of blood, to be checked, Hp. Fract. 4; κοιλίη, κύστις ἀπολελαμμένη, Id. Prorrh. 1.88, 115, etc.
- V Math., cut off, ἡμικύκλιον ἀποληφθήσεται Arist. Mete. 375b27, cf. Archim. Quadr. 15, etc.; intercept, Id. Sph.Cyl. 1.10; -ομένη, ἡ, abscissa, Apollon.Perg. Con. 1.11, al.—A prose word, used by E. ll.cc.
I c. ac. compl. dir. de cosas o abstr.
1 recibir lo que es debido
τὸν μισθόν
τὸν ὀφειλόμενον μισθόν
(τὰ ὀφειλόμενα)
τὴν προσήκουσαν τάξιν
τὰ χρέα
τὴν ὑπόσχεσιν
el cumplimiento de una promesaπαρ' ἐμοῦ δίκαια πάντα
χάριν
παρ' ὧν ... τῶν ἀνηλωμένων λόγον
ἵνα ... ἀπειλήφῃ τὰ ὑπὸ λόγου ὀφειλόμενα ἀκοῦσαι
τὸ μέτρον
τὸ προσῆκον
ἀποληψόμεθα καὶ τὸν μέλλοντα
τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν
• de dinero prestado
τὰ χρήματα
ἃ ἐδάνεισαν
τὴν προῖκα ... ὅσην ἔδωκεν
εἰ [ἀπ]ολαμβάνοι ὁ δα[νιστὴς πάντ]α ὅσα μετήρχετο
τάλαντον ἓν ἀπολήμψομαι παρὰ σοῦ
• de herencias
πάντα
todos los bienesτοὺς κλήρους αὐτῶν
τὰ μητρῷα
• recuperar algo que se tenía antes o que se había perdido
τὴν τυραννίδα
ἀκέραιον τὴν πόλιν
Σόλλιον
τὴν ἡγεμονίαν
τὴν εὐεργεσίαν
ἀβλαβῆ ταύτην (πατρίδα) ἀπολαβεῖν
ξυνάορον
Ἑλένην
γυναῖκα
τὸ βάρος
βράδιον ... τὴν οἰκείαν δύναμιν
(τὸ σῶμα) τὴν οἰκείαν ἀπολαμβάνει ψυχήν
ἀπολαμβάνειν ἑαυτόν
recobrarse a sí mismoσεαυτήν
2 gener. recibir
τοὺς ὅρκους
τι (χρῆμα)
οὐδὲν ἀπολαβοῦσα τοῦ βίου χρηστόν
παῖδες ... ψυχὰς ἁγνὰς ... ἀπειληφότες παρὰ τοῦ θεοῦ
τὰ [πα]ρ' [ἐ]μοῦ γράμ[μα]τα
• acoger, hospedar a un visitante, Ign.Eph.2.1, PGrenf.1.53.5 (IV d.C.).
II c. idea de separación, c. ac. compl. dir. de pers.
1 c. adj. pred. tomar, llevar aparte
καλέσας Ὑστάσπεα καὶ ἀπολαβὼν μοῦνον εἶπε
αὐτὸν μόνον
• c. ac. solamente
αὐτὸν κατ' ἰδίαν
ἀπολαβὼν ... εἴς τι περίστυλον ὡς ἀναψύξοντα τὸν βασιλέα
ἀπολαβόμενος αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ὄχλου
2 detener, cortar el paso
ὡς ἀπολάμψοιτο συχνούς
τείχει μακρῷ
ἄνεμοι ἀπολαβόντες αὐτούς
• interceptar
ἰσθμούς
• en v. pas.
ὑπ' ἀνέμων ἀπολαμφθέντες
ἤν που ὑπὸ ἀπλοίας ἀπολαμβανώμεθα
si es que el estado de la mar nos impedía (la navegación)τἀνθρώπου καὶ νόσῳ καὶ χειμῶνι ... ἀποληφθέντος
Ἀλέξανδρον ... κώμοις ἀποληφθέντα καὶ μέθαις
cortada la vida de Alejandro por los banquetes y borracheras
• retener
ὡς ... (τὸ αἷμα) ἀπολαμβάνηται
τὴν ἀναπνοὴν αὐτοῦ
3 encerrar, aislar gener. c. compl. de lugar
αὐτὸν ... ἀπολαβόντες ἔσω
ἐν μέσῳ τοὺς Καρχηδονίους
ἐν καλῷ τοὺς πολεμίους ἀπειληφέναι
tener a los enemigos en una posición favorableἐν νήσῳ ἀπολαμφθέντες
ἐν τῇ Σαλαμῖνι
ἐν ὀλίγῳ
ἐν τῷ Κιθαιρῶνι
ἐν τῇ Εὐρώπῃ
πάντοθεν
μέσους ἀποληφθῆναι τοὺς Ῥωμαίους ὑπὸ τῶν Λιβύων
ἐν μέσοις δήμοις καὶ τυράννοις ἀπειλημμένοι
οἱ ἀπειλεμμένοι
los reclusos
• fig.
μὴ μόνος τὸ χρηστὸν ἀπολαβὼν ἔχε
no tengas encerrada la prosperidad para tí soloἐν ... τοῖς ἰδίοις λόγοις ὅταν ἀποληφθῶσιν
cuando quedan prisioneros de sus propias palabrasἐν τούτῳ τῷ κακῷ ἀποληφθέντα ἰατρόν
III c. idea de separación, c. ac. compl. dir. de cosa o abstr.
1 c. ac. de abstr. que significa parte (o c. gen. partit. o separativo) o de lugar tomar de un todo mayor
οὐ κατὰ ὅλον ἀλλ' ἀπολαβὼν μέρος τι πειράσομαι ...
ἀπολαμβάνων ὃ ἂν ᾖ δυσχερέστατον τοῦ λόγου
τὴν γραφὴν ... ἐκ τῆς Ῥωμαίων φωνῆς
• abs.
τούτῳ ἀπολαβόντες χρήσασθε
servíos de ello en parteἀπολαβὼν σκόπει
considera separadamente
• medir
διὰ διόπτρας ἀπολαβεῖν ἀπὸ ἡμῶν διάστημα ἐπὶ ...
• elegir, seleccionar
τοὺς ἐπικαίρους τόπους
πάντων δ' ἐξαίρετα δύο τμήματα τῆς ἑῴας ἀπολαβών
ἀπολαβὼν δ' ἐνταυθοῖ χώρας ἑτέρας
• fig. c. ac. pred. tomar por, considerar (la tríada)
ἀρχὴν καὶ μεσότητα καὶ τελευτὴν ἴσην
2 mat. cortar, separar con una línea o plano en v. pas.
ἡμικύκλιον ἀποληφθήσεται τοῦ κύκλου
ἀπειλήφθω ἡμίσους ζῳδίου περιφέρεια
ὑπὸ (πλευρᾶς) ... τῆς ἀπολαμβανομένης ἐκτὸς ὑπὸ τῆς καθέτου πρὸς τῇ ἀμβλείᾳ γωνίᾳ
por la (recta) exterior comprendida entre la perpendicular y el ángulo obtuso
• gener.
τὴν ὑπὸ Ῥωμαίοις ἀρχὴν δυσὶ τμήμασιν ἀποληφθεῖσαν
el imperio romano dividido en dos partes
3 c. ac. de cosa sujetar
πίνακας] ... χάλικι ἀραρότως
ἀπέλαβον ἐπιούροις ἀραρότως ... τὰς σπάρτους
1. terugkrijgen, ontvangen:
2. apart nemen, terzijde nemen; van pers.:
3. onderscheppen, ophouden:
1) abnehmen, bekommen, Eur. Or. 451 ; bes. was Einem gebührt, von λαμβάνω, so wie ἀποδίδωμι von δίδωμι unterschieden, das, zu dessen Leistung ein Anderer verpflichtet ist, erhalten ; Ggstz λαμβάνω Dem. 7.5 ; dem ἀποδίδωμι entsprechend Plat. Rep. I.332b ; μισθόν Her. 8.137 ; τὸν ὀφειλόμενον μισθόν Xen. An. 7.7.14 ; τὰ χρέα ἵνα ἀπολάβωμεν Andoc. 3.15 ; τὴν ἡγεμονίαν, ἣν εἴχομεν, wieder erlangen, Isocr. 4.21 ; vgl. Her. 1.61, 3.18 ; mit πάλιν Ptat. Tim. 59c ; τὰ παρʼ ἐμοῦ δίκαια Aesch. 1.196 ; τόκους, καταδίκην, Dem. 37.7, 47.52 ; χάριν Xen. Mem. 4.4.17 ; ὅρκους, den Eid abnehmen, leisten lassen, Dem. 5.9 ; παρʼ ὧν ἔμελλε λόγον τινὸς ἀπολήψεσθαι, sich Rechenschaft ablegen lassen, Aesch. 3.27 ; übh. nehmen, von etwas, τὸ πέμπτον μέρος Plat. Legg. XII.956d ; vgl. Thuc. 6.87 u. Xen. Hell. 5.1.21 ; ἀπό τινος, wegnehmen, Pol. 22.26 ; οὐδὲν ἀπολαβοῦσα τοῦ βίου χρηστόν, ohne Freude am Leben, Plut. mul. virt. Κάμμα (p. 297). – Uebtr., ἐμοῦ τῷ λόγῳ, vernehmen, Plat. Legg. XII.964a.
2) absondern, bei Seite nehmen, ἀπολαβὼν μοῦνον Her. 1.209, wie Ar. Ran. 78 ; bes. ἀπολαβών, abgesondert, im Einzelnen, z.B. σκόπει Plat. Gorg. 495e ; οὐκ ἀπολαβόντες ὀλίγους ἀλλʼ ὅλην Rep. IV.420c ; abschneiden, vom Winde, der die Schiffer faßt u. aufhält, ἀπολαμφθέντες ὑπʼ ἀνέμων Her. 2.115 ; ὅταν τύχωσιν ἄνεμοι ἀπολαβόντες αὐτούς Plat. Phaed. 58c ; νεῶν ἀπειλημμένων Menex. 243c ; ὑπʼ ἀπλοίας Thuc. 6.22 ; bes. von Soldaten (Suid. ἐναποκλεῖσαι), πάντοθεν Her. 5.101, u. öfter ; ἐν μέσῳ Thuc. 5.59 ; μέσον τινά Pol. 11.1, u. öfter ; εἴσω Thuc. 1.134 ; ἔνδον Xen. Cyr. 7.1.21 ; ἰσθμούς Thuc. 4.45 ; τείχει, von allen Seiten mit einer Mauer einschließen, 4.102 ; νόσῳ, χειμῶνι, πολέμοις ἀποληφθείς, Dem. 8.35. Uebtr., λόγοις Plat. Euthyd. 305d ; ἐν κακῷ Gorg. 522a ; ἀπειλημμένος εἴς τι, in Verlegenheit gebracht ; τὴν ἀναπνοήν τινος, d.i. das Atemholen einengen, erdrosseln, Plut. Rom. 27.
Strong 618
1. to receive from another; absol., to receive as one's due: Lk 16:25 18:30 (v.l. λάβῃ) 23:41, Ro 1:27, Ga 4:5, Col 3:24, II Jo 8.
2. to receive back: Lk 6:34 15:27.
3. to take apart or aside: Mk 7:33 (cf. use in π. of the recluses of the Serapeum; MM, s.v.).†
- Ito take or receive from another, παρά τινος Thuc.:— to receive what is oneʼs due, μισθόν Hdt., Xen.; ἀπ. ὅρκους to accept oaths tendered, Dem.
- 2c. gen. to take of, take part of a thing, Thuc.
- 3to hear or learn, Lat. accipio, Plat.
- IIto take back, get back, regain, recover, τὴν τυραννίδα Hdt.
- 2to have an account rendered one, ἀπ. λόγον Aeschin.
- IIIto take apart or aside, ἀπ. τινὰ μοῦνον Hdt.; ἀπολαβὼν σκόπει consider it separately, Plat.
- IVto cut off, intercept, arrest, Hdt.; ἀπ. τείχει to intercept by a wall, Thuc.:—Pass. to be arrested or stopped by contrary winds, Hdt.
-
…Δῆλόν τε ἀφίκηται τὸ πλοῖον καὶ πάλιν δεῦρο · τοῦτο δʼ ἐνίοτε ἐν πολλῷ χρόνῳ γίγνεται, ὅταν τύχωσιν ἄνεμοι ἀπολαβόντες αὐτούς. ἀρχὴ δʼ ἐστὶ τῆς θεωρίας ἐπειδὰν ὁ ἱερεὺς τοῦ Ἀπόλλωνος στέψῃ τὴν πρύμναν τοῦ πλοίου · τοῦτο δʼ…
Plato, Phaedo
-
…ἄν τῳ χρυσίον ἀποδῷ παρακαταθεμένῳ, ἐάνπερ ἡ ἀπόδοσις καὶ ἡ λῆψις βλαβερὰ γίγνηται, φίλοι δὲ ὦσιν ὅ τε ἀπολαμβάνων καὶ ὁ ἀποδιδούς οὐχ οὕτω λέγειν φῂς τὸν Σιμωνίδην ; πάνυ μὲν οὖν. τί δέ ; τοῖς ἐχθροῖς ἀποδοτέον…
Plato, Republic
-
…μέν φησιν, ἵνα μὴ δοκῇ δεινὰ ποιεῖν, εἰ μηδενὸς αὐτῷ συμβολαίου γεγενημένου τοιαῦτα ἐτόλμα ὑβρίζειν τὸ μειράκιον, ἀπειληφέναι δὲ προσποιεῖται, διότι φανερός ἐστιν ἐγκαλέσας οὐδέποτʼ ἀργύριον οὐδὲ μνείαν περὶ τούτου οὐδεμίαν ποιησάμενος. φησὶ δʼ ἐπὶ ταῖς…
Lysias, Speeches
-
…καὶ οἱ ἐν τῷ ἄστεϊ πειθόμενοι τὴν γυναῖκα εἶναι αὐτὴν τὴν θεὸν προσεύχοντό τε τὴν ἄνθρωπον καὶ ἐδέκοντο Πεισίστρατον. ἀπολαβὼν δὲ τὴν τυραννίδα τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ ὁ Πεισίστρατος κατὰ τὴν ὁμολογίην τὴν πρὸς Μεγακλέα γενομένην γαμέει τοῦ Μεγακλέος τὴν θυγατέρα…
Herodotus, The Histories
-
…ἕκαστοι τοὺς πολίτας εἰς μηκίστην ἀποδημίαν, καὶ σφᾶς μὲν αὐτοὺς δακρύουσιν, ἐκείνους δὲ μακαρίζουσιν ἤδη τὴν ἀθάνατον τάξιν ἀπολαμβάνοντας. ἆρʼ οὖν οὐκ αἰδούμεθα χεῖρον Ἰνδῶν φρονοῦντες καὶ διὰ τῆς αὑτῶν ἀτολμίας τοὺς πατρίους νόμους, οἳ πᾶσιν ἀνθρώποις…
Flavius Josephus, Jewish War
-
…εἶτʼ οὐχὶ Σοφοκλέα πρότερον Εὐριπίδου μέλλεις ἀναγαγεῖν, εἴπερ ἐκεῖθεν δεῖ σʼ ἄγειν ; οὐ πρίν γʼ ἂν Ἰοφῶντʼ, ἀπολαβὼν αὐτὸν μόνον, ἄνευ Σοφοκλέους ὅ τι ποιεῖ κωδωνίσω. κἄλλως ὁ μέν γʼ Εὐριπίδης πανοῦργος ὢν κἂν ξυναποδρᾶναι δεῦρʼ…
Aristophanes, Frogs
-
…φύσεως περαιτέρω προάγουσα ταῖς πράξεσιν · οὐ μὴν ἀλλʼ ἐπειδὰν ἀπολυθεῖσα τοῦ καθέλκοντος αὐτὴν βάρους ἐπὶ γῆν καὶ προσκρεμαμένου χῶρον ἀπολάβῃ τὸν οἰκεῖον, τότε δὴ μακαρίας ἰσχύος καὶ πανταχόθεν ἀκωλύτου μετέχει δυνάμεως, ἀόρατος μένουσα τοῖς ἀνθρωπίνοις ὄμμασιν ὥσπερ αὐτὸς…
Flavius Josephus, Jewish War
-
…, ἐδίδου λόγον ἑωυτῷ περὶ τῆς ὄψιος. ὡς δέ οἱ ἐδόκεε μεγάλη εἶναι ἡ ὄψις, καλέσας Ὑστάσπεα καὶ ἀπολαβὼν μοῦνον εἶπε · Ὕστασπες, παῖς σὸς ἐπιβουλεύων ἐμοί τε καὶ τῇ ἐμῇ ἀρχῇ ἑάλωκε. ὡς δὲ ταῦτα ἀτρεκέως…
Herodotus, The Histories
-
…, οἰόμενοι πύλας τὰς θύρας τοῦ οἰκήματος εἶναι καὶ ἄντικρυς δίοδον ἐς τὸ ἔξω. ὁρῶντες δὲ αὐτοὺς οἱ Πλαταιῆς ἀπειλημμένους ἐβουλεύοντο εἴτε κατακαύσωσιν ὥσπερ ἔχουσιν, ἐμπρήσαντες τὸ οἴκημα, εἴτε τι ἄλλο χρήσωνται. τέλος δὲ οὗτοί τε καὶ…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…μυριάκις κρεῖττον ἢ κολακείᾳ τι ποιῆσαι Φιλίππου καὶ προέσθαι τῶν ὑπὲρ ὑμῶν λεγόντων τινάς. καλήν γʼ οἱ πολλοὶ νῦν ἀπειλήφασιν Ὠρειτῶν χάριν, ὅτι τοῖς Φιλίππου φίλοις ἐπέτρεψαν αὑτούς, τὸν δʼ Εὐφραῖον ἐώθουν · καλήν γʼ ὁ δῆμος ὁ…
Demosthenes, Speeches