ἀπομαλθακίζομαι
ἀπομαλθᾰκίζομαι, = foreg., Plu. Suav. 2.1097a, prob. l. (for -όομαι) Id. Pel. 21.
mostrar cobardía
ἀπομαλθακισθεὶς κατέλυσε τὴν στρατείαν
πρὸς ὁδὸν ἢ πλοῦν ... ἀπομαλθακιζόμενον
ἀπο·μαλθακίζομαι [θᾰ] c. les préc. Plut. M. 62a.
Étym. ἀπό, μαλθακός.
ἀπομαλθακίζομαι, = ἀπομαλακίζομαι, Plut. discr. am. et ad. 29, öfter.