ἀπομαλθακόομαι Save Bailly 2024 Pape Middle Liddell ἀπο·μαλθακόομαι-οῦμαι [θᾰ] v. ἀπομαλακόομαι. ἀπομαλθακόομαι, = ἀπομαλακίζομαι, Plut. Pelop. 21. ἀπομαλθακόομαι = ἀπομαλακίζομαι