ἀπομαραίνω
ἀπομαραίνω, cause to waste away; mid. waste away
- cause to waste away, αἱ συλλήψεις ἀ. τὰ σώματα Sor. 1.30, cf. Chor. p.22 B. [1.2.70]; τὴν ἀκμὴν τῶν αἰσθήσεων Callistr. Stat. 2; ἡδονὰς τὰς τὸ θυμοειδὲς -ούσας Philostr. VA 7.4; obliterate from memory, Chor. Milt. 19:—Pass., waste, wither away, die away, ἡ ῥητορικὴ ἐκείνη ἀ. Pl. Tht. 177b; αἱ κατὰ τὸ σῶμα ἡδοναὶ ἀ. Id. R. 328d; of a tranquil death, X. Ap. 7, cf. Plu. Num. 21; of comets, ἀπομαρανθέντες κατὰ μικρπὸν ἠφανίσθησαν Arist. Mete. 343b16; of wind, die down, ib. 367b11; ἡ φύσις ἀ. Ocell. 1.12, etc.
I en v. act.
1 agotar, desgastar
τὰν εὐθάλειαν τᾶς εὐδαιμοσύνας
τὰ σώματα τῶν θηλειῶν
τὴν δὲ ... τῶν αἰσθήσεων ἀπομαραίνουσαν τὴν ἀκμήν
οὔτε γὰρ ἀπεμάρανε νόσου μῆκος τὸ σῶμα
ἡ ... τρυφὴ ... τὰς ... ἡδονὰς ἀπομαραίνει
2 borrar del recuerdo
(τὰς ... τοιαύτας διαφοράς) βραχὺς ἀπομαραίνει μοι χρόνος
II en v. med.-pas.
1 languidecer, agotarse
αἱ κατὰ τὸ σῶμα ἡδοναὶ ἀπομαραίνονται
ἡ ῥητορικὴ ἐκείνη
ἠφανίσθησαν ... ἀπομαρανθέντες κατὰ μικρόν
καταφερομένου δὲ τοῦ ἡλίου ἀπομαραίνεται, καὶ ... ἀποθνῄσκει
τῇ τοῦ σώματος ἀσθενείᾳ
• euf. por morir X.Ap.7, Plu.Num.21.
2 disminuir
τοῦ πνεύματος ἀπομαραινομένου
ἡ φύσις
- Pass. to waste or wither away, die away, of a tranquil death, Xen.