ἀπομάντευμα Save ἀπομάντευμα, divination LSJ Bailly 2024 ἀπομάντ-ευμα, ατος, τό, divination, v.l. in Hp. Ep. 27. ἀπομάντευμα, ατος (τὸ) prédiction, Hpc. Ep. p. 4. Étym. ἀπομαντεύομαι.