ἀποπτήσσω
ἀποπτήσσω, strengthd. for πτήσσω, f.l. for ὑποπτήσσω, Hsch. s.v. καταμεμυκέναι, dub. in Opp. H. 4.370.
asustarse Hsch.s.u.
ἀποπτήσσω, = πτήσσω, ἀποπτήξαντες v.l. für ἀποστύξαντες Opp. H. 4.370.
asustarse Hsch.s.u.