ἀποπτωτικός Save DGE Bailly 2024 ἀποπτωτικός -ή, -όν capaz de abandonar οὐκ ἔστιν ἁμάρτημα ἀποπτωτικὸν εἶναι τοῦ καλοῦ Origenes M.12.1144A. ἀποπτωτικός, ή, όν, qui échoue, Orig. 2, 568. Étym. ἀποπίπτω.