ἀπόπτολις Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ἀπόπτολις, v. ἀπόπολις. ἀπόπτολις v. ἀπόπολις. ἀπό·πτολις (ὁ, ἡ) c. ἀπόπολις, Soph. O.R. 1000, O.C. 208, Tr. 674. ἀπόπτολις poët. voor ἀπόπολις. ἀπόπτολις, = ἀπόπολις, Soph. O.R. 1000, O.C. 208.