ἀποσιόομαι Save LSJ DGE Bailly 2024 ἀποσιόομαι, Ion. for ἀφοσιόομαι. ἀποσιόομαι v. ἀφοσιόω. ἀποσιόομαι, c. ἀφοσιόομαι, v. ἀφοσιόω.