ἀποσυλάω
ἀποσυλάω, to strip off spoils from
- strip off spoils from a person: hence, strip off or take away from, τί τινος Pi. P. 4.110.
- II rob, defraud one of a thing, ὅς μʼ . . ἀπεσύλησεν πάτρας S. OC 1330; ὅτε ἐκράτησεν ἡμῶν ἀπεσύλησεν ἃ ἐδύνατο Is. 5.30; ἀ. τινά τι E. Alc. 870 (lyr.), X. An. 1.4.8:—Pass., ἀποσυλᾶσθαί τι A. Pr. 172 (lyr.); ἱερὰ -συληθέντα τῶν ἀναθημάτων Jul. Or. 7.228b.
- III carry off, τὴν Ἄρτεμιν Luc. Tox. 2.
1 quitar, arrebatar c. ac. de cosa y gen. de pers. o cosa
νιν (τιμάν) ... ἁμετέρων ἀποσυλᾶσαι ... τοκέων
τὰς οὐσίας τῶν ζώντων
σάρκ' ἀποσυλῆσαι πόσθης
ποταμοῦ ἀποσυληθέντα καρκίνον
cangrejo arrebatado del río
2 robar, privar de, despojar c. ac. de pers. o cosa y gen. de cosa
ὅς μ' ... ἀπεσύλησεν πάτρας
(ἱερὰ) ἀποσυληθέντα τῶν ἀναθημάτων
• c. doble ac.
τοῖον ὅμηρον μ' ἀποσυλήσας
χαλκοῦς καὶ ἄλλα ... ἡμᾶς
σκῆπτρον τιμάς τ' ἀποσυλᾶται
• sólo c. ac. de cosa pillar, robar
ἃ ἐδύνατο
χρήματα
τὴν Ἄρτεμιν
τῶν πατρῴ<ω>ν μου ἀποσυληθέντων
• sólo c. ac. de pers., mismo sent.
ἀπεσύλησεν αὐτοὺς καὶ ἀνεχώρησεν
- 1rob, c. acc. & gen. “πεύθομαι γάρ νιν Πελίαν ἁμετέρων ἀποσυλᾶσαι βιαίως ἀρχεδικᾶν τοκέων” P. 4.110
- to strip off spoils from a person, to rob or defraud one of a thing, τινά τινος Soph.; τινά τι Eur., Xen.:—Pass., ἀποσυλᾶσθαί τι to be robbed of a thing, Aesch.