ἀποστρεπτικός
ἀποστρεπτικός, repellent
ἀπο-στρεπτικός, ή, όν,
- repellent, Gal. 4.819.
repulsivo, exasperante ref. a pers.
τοῦ δ' ἀποστρεπτικοῦ τε καὶ τραχέος ὄντος
ἀποστρεπτικός, abwendend, Schol. Soph. Ai. 118.