ἀποστρώννυμι
ἀποστρώννυμι, pave
ἀποστρώννῡμι,
- pave, τὸ καταπεσὸν ἀνοικοδομήσαντι καὶ -ώσαντι IG ΙΙ(2).203A 41 (Delos, iii B.C.).
- II take off the trappings, Hsch. s.v. ἀπέσαξεν.
1 poner el pavimento, pavimentar
τὸ καταπεσὸν ἀνοικοδομήσαντι καὶ ἀποστρώσαντι
2 quitar los aparejos Hsch.s.u.
ἀποστρώννυμι, (στρώννυμι), abpacken.