ἀποφόρησις
ἀποφόρ-ησις, εως, ἡ,
- = ἀποφορά II, S.E. P. 1.12.
1 efluvio
ἀτμώδης
2 remoción
γᾶς
ἀποφόρησις, εως (ἡ) exhalaison, Sext. P. 1, 217.
Étym. *ἀποφορέω, d’ἀποφορά.
ἀποφόρησις, ἡ, das Wegnehmen, übh. = ἀποφορά, Ausdünstung, ἀτμώδης Sext.Emp.