ἀποφλογόομαι
ἀποφλογόομαι, grow fiery
ἀποφλογόομαι, Pass.,
- grow fiery, ἀ. τὰ ὄμματα Max.Tyr. 24.8 [18.8.d].
quemarse, abrasarse fig.
τὰ ὄμματα
ἀπο·φλογόομαι-οῦμαι, s’enflammer, M. Tyr. p. 425.
Étym. ἀ. φλόξ.