ἀποτελέσιμος Save ἀποτελέσιμος, effective LSJ DGE ἀποτελ-έσιμος, η, ον, effective, Hsch. s.v. θεμινήσασα. ἀποτελέσιμος -η, -ον efectivo Hsch.s.u. †θεμινήσασα.